Τελευταία Νέα
Διεθνή

Ελικόπτερα στην εποχή των drones: Πώς ο πόλεμος Ρωσίας - Ουκρανίας αναδιαμόρφωσε το δόγμα της αεροπορίας - Η μεγάλη τρύπα του Κιέβου

Ελικόπτερα στην εποχή των drones: Πώς ο πόλεμος Ρωσίας - Ουκρανίας αναδιαμόρφωσε το δόγμα της αεροπορίας - Η μεγάλη τρύπα του Κιέβου
Το παραδοσιακό δόγμα, που είχε διαμορφωθεί ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο, στηριζόταν στην ιδέα ότι τα επιθετικά ελικόπτερα, χάρη στη θωράκισή τους
Ο πόλεμος Ρωσίας - Ουκρανίας έχει αποτελέσει σημείο καμπής για τη στρατιωτική αεροπορία, καθώς έχει μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα επιθετικά και πολλαπλού ρόλου ελικόπτερα.
Μέχρι την έναρξη της σύγκρουσης, τα ελικόπτερα θεωρούνταν βασικό μέσο για την παροχή εγγύς αεροπορικής υποστήριξης, την καταστροφή τεθωρακισμένων στόχων, τη μεταφορά στρατευμάτων και την εκτέλεση αποστολών αναγνώρισης.
Το παραδοσιακό δόγμα, που είχε διαμορφωθεί ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο, στηριζόταν στην ιδέα ότι τα επιθετικά ελικόπτερα, χάρη στη θωράκισή τους, την ικανότητα πτήσης σε πολύ χαμηλό ύψος και τα ενσωματωμένα συστήματα αυτοπροστασίας, μπορούσαν να επιχειρούν κοντά στην πρώτη γραμμή και να επιβιώνουν ακόμη και σε έντονα εχθρικό περιβάλλον.
Ωστόσο, η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία απέδειξε ότι αυτές οι παραδοχές δεν ανταποκρίνονται πλέον στις συνθήκες του σύγχρονου πεδίου μάχης.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία αυτού του δόγματος ήταν η επιχείρηση κατάληψης του αεροδρομίου Χοστόμελ, κοντά στο Κίεβο, την πρώτη ημέρα της ρωσικής εισβολής.
Δεκάδες ρωσικά ελικόπτερα Mi-8, Ka-52 και Mi-28 μετέφεραν αλεξιπτωτιστές με στόχο τη δημιουργία αερογέφυρας για τη γρήγορη κατάληψη της ουκρανικής πρωτεύουσας.
Αν και οι αερομεταφερόμενες δυνάμεις κατόρθωσαν αρχικά να καταλάβουν το αεροδρόμιο, η ουκρανική αντίσταση και οι μεγάλες απώλειες από φορητά αντιαεροπορικά συστήματα κατέστησαν αδύνατη τη διατήρηση του ελέγχου του.
Η αποτυχία της επιχείρησης ανέδειξε ότι ακόμη και τα πλέον σύγχρονα επιθετικά ελικόπτερα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα όταν επιχειρούν σε περιοχές που καλύπτονται από πυκνά δίκτυα αντιαεροπορικής άμυνας.
Καθώς ο πόλεμος εξελισσόταν, τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία αναγκάστηκαν να αλλάξουν σημαντικά τις τακτικές χρήσης των ελικοπτέρων.
Οι βαθιές διεισδύσεις πίσω από τις εχθρικές γραμμές εγκαταλείφθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά και τα πληρώματα άρχισαν να επιχειρούν σε μεγαλύτερες αποστάσεις από το μέτωπο.
Έτσι, αναπτύχθηκε η τακτική της «εκτόξευσης σε ανύψωση», κατά την οποία το ελικόπτερο αναδύεται στιγμιαία πάνω από το ανάγλυφο του εδάφους, εκτοξεύει μη κατευθυνόμενους πυραύλους προς μια προκαθορισμένη περιοχή και απομακρύνεται αμέσως, περιορίζοντας τον χρόνο έκθεσής του στα εχθρικά πυρά.
Παρότι η μέθοδος αυτή βελτιώνει τις πιθανότητες επιβίωσης, μειώνει αισθητά την αποτελεσματικότητα των πυρών, καθώς οι επιθέσεις είναι λιγότερο ακριβείς και δεν μπορούν να πλήξουν μεμονωμένους στόχους με την αποτελεσματικότητα που είχαν οι παλαιότερες επιχειρήσεις εγγύς υποστήριξης.

δσασα.png

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό, η Ρωσία επένδυσε στην ανάπτυξη και χρήση κατευθυνόμενων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, όπως ο LMUR (Product 305).
Ο συγκεκριμένος πύραυλος επιτρέπει στα πληρώματα να εκτοξεύουν τα όπλα τους από αποστάσεις που βρίσκονται εκτός της εμβέλειας πολλών φορητών αντιαεροπορικών συστημάτων, αξιοποιώντας παράλληλα πληροφορίες που συλλέγονται από drones, δορυφόρους ή επίγειες μονάδες αναγνώρισης.
Με τον τρόπο αυτό, τα επιθετικά ελικόπτερα μετατρέπονται σταδιακά από μέσα άμεσης εμπλοκής σε πλατφόρμες εκτόξευσης όπλων ακριβείας, οι οποίες επιχειρούν πίσω από την πρώτη γραμμή χωρίς να εκτίθενται στον ίδιο βαθμό στους κινδύνους του πεδίου μάχης.
Παράλληλα, η Ουκρανία αξιοποίησε τα ελικόπτερα σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, ο οποίος δεν προβλεπόταν από τα παραδοσιακά στρατιωτικά δόγματα:
την αναχαίτιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλου βεληνεκούς, κυρίως των ιρανικής σχεδίασης Shahed που χρησιμοποιεί η Ρωσία.
Τα Mi-8 και Mi-17 εξοπλίστηκαν με σύγχρονα συστήματα θερμικής απεικόνισης, επικοινωνιών και πολυβόλα υψηλού ρυθμού βολής, επιτρέποντας στα πληρώματα να εντοπίζουν και να καταστρέφουν τα drones κατά τη διάρκεια της πτήσης τους. Η σχετικά χαμηλή ταχύτητα των Shahed καθιστά τα ελικόπτερα ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην αναχαίτισή τους, ενώ το κόστος χρήσης πολυβόλων είναι εξαιρετικά μικρό σε σύγκριση με την εκτόξευση ακριβών πυραύλων αεράμυνας.
Έτσι, τα ελικόπτερα εξελίχθηκαν σε κινητές εναέριες μονάδες αεράμυνας, που λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα επίγεια συστήματα προστασίας.
Η επιτυχία αυτού του νέου ρόλου βασίζεται στη διασύνδεση των ελικοπτέρων με ένα ευρύ δίκτυο αισθητήρων, ραντάρ, ακουστικών συστημάτων και επίγειων παρατηρητών, οι οποίοι παρέχουν έγκαιρα πληροφορίες για την πορεία των εχθρικών drones.
Με τον τρόπο αυτό, τα πληρώματα κατευθύνονται γρήγορα προς τους στόχους και μπορούν να αναχαιτίζουν τα UAV σε ασφαλείς περιοχές, μακριά από κατοικημένες ζώνες ή κρίσιμες υποδομές.
Την ίδια στιγμή, όμως, τα ίδια τα ελικόπτερα βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια νέα απειλή: τα μικρά FPV drones.
Τα χαμηλού κόστους αυτά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν πλέον αποδείξει ότι μπορούν να πλήξουν ακόμη και ακριβές πλατφόρμες, όπως τα Ka-52 και Mi-28, ιδιαίτερα όταν αυτά αιωρούνται, απογειώνονται ή πετούν σε χαμηλό ύψος.
Η χρήση drones οπτικών ινών, τα οποία δεν επηρεάζονται από ηλεκτρονικά αντίμετρα, καθιστά ακόμη δυσκολότερη την προστασία των ελικοπτέρων.
Τα παραδοσιακά συστήματα αυτοπροστασίας, που σχεδιάστηκαν για την αντιμετώπιση πυραύλων, δεν επαρκούν απέναντι σε τόσο μικρούς και ευέλικτους στόχους, γεγονός που δημιουργεί την ανάγκη ανάπτυξης νέων αισθητήρων, τεχνολογιών ανίχνευσης και συστημάτων ενεργητικής άμυνας.
Οι εμπειρίες του πολέμου επηρεάζουν ήδη τη στρατηγική σκέψη των δυτικών στρατών.
Η ακύρωση του αμερικανικού προγράμματος Future Attack Reconnaissance Aircraft (FARA) αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη της αλλαγής προτεραιοτήτων, καθώς οι αποστολές αναγνώρισης μεταφέρονται πλέον ολοένα και περισσότερο στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Παράλληλα, μεγάλες αμυντικές εταιρείες αναπτύσσουν νέα επιχειρησιακά μοντέλα συνεργασίας μεταξύ επανδρωμένων και μη επανδρωμένων μέσων (MUM-T), στα οποία τα drones προηγούνται της επιχείρησης, εντοπίζουν στόχους, συλλέγουν πληροφορίες και μεταδίδουν εικόνα σε πραγματικό χρόνο, ενώ τα ελικόπτερα λειτουργούν ως κέντρα διοίκησης, φορείς όπλων μεγάλου βεληνεκούς και μέσα συντονισμού των επιχειρήσεων.
Παρά την εκρηκτική ανάπτυξη των drones τα ελικόπτερα δεν πρόκειται να εξαφανιστούν από το σύγχρονο πεδίο μάχης.
Εξακολουθούν να είναι απαραίτητα για τη μεταφορά προσωπικού, την αεροδιακομιδή τραυματιών, την υποστήριξη ειδικών επιχειρήσεων, τη μεταφορά εφοδίων σε δυσπρόσιτες περιοχές και πλέον για την αναχαίτιση εχθρικών UAV.

αδσδσ.png

Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος χρήσης τους: από αυτόνομα μέσα άμεσης επίθεσης μετατρέπονται σε κόμβους ενός ολοκληρωμένου δικτύου μάχης, όπου συνεργάζονται στενά με drones, αισθητήρες, δορυφορικά συστήματα και επίγειες μονάδες.
Συνολικά, ο πόλεμος στην Ουκρανία σηματοδοτεί μια ιστορική μετάβαση στη στρατιωτική αεροπορία.
Η εποχή κατά την οποία τα επιθετικά ελικόπτερα κυριαρχούσαν πάνω από το πεδίο της μάχης φαίνεται να φθάνει στο τέλος της.
Στη θέση της αναδύεται ένα νέο επιχειρησιακό μοντέλο, στο οποίο τα ελικόπτερα εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου δικτυοκεντρικού συστήματος πολέμου, όπου η συνεργασία με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα συστήματα πληροφοριών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιβίωση και την αποτελεσματικότητά τους.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης